Γλωσσάρι όρων συγκόλλησης

A ABS

ABS

Ακριλονιτριλο-βουταδιενιο-στυρόλιο. Θερμοπλαστικό που χρησιμοποιείται στη βιομηχανία άκαμπτων, ελαφρών και χυτών προϊόντων

C CSTB - CTBX

CSTB

Γαλλικό δημόσιο ινστιτούτο ερευνών με σκοπό τη βελτίωση της άνεσης και της ασφάλειας στον τομέα των κατασκευών. Πρβλ. βρετανικό ιδιωτικό ινστιτούτο BRE group.

CTBH

Κωδικός που χρησιμοποιείται για την περιγραφή ενός ανθεκτικού στην υγρασία και το νερό κόντρα πλακέ. Αυτοί οι κωδικοί αφορούν καθιερωμένα πρότυπα. Για το Η.Β. χρησιμοποιείται ο κωδικός WBP.

CTBX

Κωδικός που χρησιμοποιείται για την περιγραφή ενός τύπου κόντρα πλακέ

E EPS

EPS

Ονομάζεται και PSE. Πρόκειται για έναν λευκό και συμπαγή αφρό που χρησιμοποιείται συνήθως για την προστασία αντικειμένων

F Flextec

Flextec

Τεχνολογία που επιτρέπει την επίτευξη εύκαμπτων ενώσεων σε ακραίες συνθήκες, διατηρώντας την αυξημένη ικανότητα συγκόλλησης   

L LPG

LPG

Αρχικά της φράσης «liquefied petroleum gas» (υγροποιημένο αέριο πετρελαίου). Υπολείμματα από την εξόρυξη πετρελαίου που χρησιμοποιούνται ως καύσιμα

M MCX - MDF

MCX

Κόλλα μεθυλοκυτταρίνης «Methyl Cellulose eXtra» για ταπετσαρίες

MDF

Ινοσανίδα μέσης πυκνότητας (Medium Density Fiberboard). Σύνθετο υλικό μέσης πυκνότητας από ξύλο και ίνα, το οποίο χρησιμοποιείται κυρίως για λόγους διακόσμησης και διαμόρφωσης

O Oakum

Oakum

Κλώσμα από κάνναβη ή λινό

P PTFE - PU

PTFE

Ονομάζεται και Téflon®. CF[e]2[/e]-CF[e]2[/e] Πολυμερές με υψηλή ανθεκτικότητα σε χημικά προϊόντα και υψηλές θερμοκρασίες. Χρησιμοποιείται σε μη κολλώδεις επιστρώσεις

PU

Ονομάζεται και πολυουρεθάνη. Πολυμερές ουρεθάνης που χρησιμοποιείται στις ξυλόκολλες λόγω της ανθεκτικότητάς του στο νερό

S SBR (καουτσούκ στυρολίου-βουταδιενίου)

SBR (καουτσούκ στυρολίου-βουταδιενίου)

Συνθετικό καουτσούκ το οποίο χρησιμοποιείται στα ελαστικά, τις τσίχλες και τα αυτοκίνητα

T Teflon

Teflon

Ονομάζεται και πολυτετραφθοροαιθυλένιο ή PTFE. Πολυμερές με υψηλή ανθεκτικότητα σε χημικά προϊόντα και υψηλές θερμοκρασίες. Χρησιμοποιείται και σε μη κολλώδεις επιστρώσεις. 

W WRAS

WRAS

Συμβουλευτικός οργανισμός περί των κανονισμών υδάτων (Water regulations advisory scheme), ο οποίος ασχολείται με την ποιότητα του νερού

Ά Άνυδρος

Άνυδρος

Ένα στοιχείο που δεν περιέχει νερό

Α Αιθυλένιο - Αυτο-συγχωνευόμενος

Αιθυλένιο

C[e]2[/e]H[e]4[/e] Υδρογονάνθρακας που ονομάζεται και R1150. Συστατικό του πολυβινυλοχλωριδίου (PVC) και διαφόρων πλαστικών υλικών

Ακετικό οξύ

C[e]2[/e]H[e]4[/e]0[e]2[/e]. Διαβρωτικό οξύ το οποίο περιέχεται στο ξίδι και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αντισηπτικό ή απολυμαντικό 

Ακετυλένιο

C[e]2[/e]H[e]2[/e] Αντιδρά με το χλωρικό οξύ για τη δημιουργία βινυλοχλωριδίου. Το υψηλό σημείο καύσης επιτρέπει τη συγκόλληση μετάλλων, όπως π.χ. αλουμινίου, inox, χαλκού και κραμάτων.

Ακετόνη

CH[e]3[/e]COOCH[e]3[/e] Διάλυμα που χρησιμοποιείται για τη δημιουργία διαλυτών οργανικών υλικών και για τη διάλυση της κόλλας και των ινών με βάση την κυτταρίνη

Ακρυλικό

CH[e]2[/e]=CHCOO- Εστέρας της οικογένειας των βινυλίων

Ακρυλικός

Συνθετική ίνα με βάση ακρυλικές ενώσεις

Αλκαλικός

Μέταλλο με βάση το υδροξείδιο αλκαλίου ή αμμωνίου. Τα αλκαλικά μέταλλα περιλαμβάνουν λίθιο, νάτριο, κάλιο, ρουβίδιο και καίσιο

Αλκαλικότητα

Υλικό αποτελούμενο από το υδροξείδιο ενός αλκαλικού ή αμμωνιούχου μετάλλου

Αλφαδιάζω

Φέρνω έναν τοίχο ή μια ανυψωμένη επιφάνεια στο ίδιο επίπεδο

Αμυλούχος

Που περιέχει άμυλο

Ανάγλυφος

Διακοσμητικό φτιαγμένο από εξέχουσες διασταυρούμενες γραμμές

Αναερόβιος

Μια σειρά χημικών αντιδράσεων ενός οργανισμού σε περιβάλλον χωρίς οξυγόνο

Ανιονική επιφανειοδραστική ουσία

Ονομάζεται και ανιονικό τασιενεργό. Ένωση με έντονη αφρίζουσα και καθαριστική δράση, το οποίο χρησιμοποιείται σε απορρυπαντικά και καλλυντικά

Ανώφλι

Οριζόντιο στήριγμα πάνω από μια πόρτα, ένα παράθυρο ή ένα παράθυρο προεξοχής το οποίο στηρίζει την υπόλοιπη δομή

Αποξειδωτικός / αποχρωστικός

 Που αποξειδώνει ή αποχρωματίζει

Αρμοί κονιάματος

Αρμός που περικλείει το περίγραμμα ενός στοιχείου, όπως π.χ. κάποιο πλακάκι.

Αρμός διαστολής

Αρμός που λαμβάνει υπόψη την κίνηση λόγω των έντονων διακυμάνσεων της θερμοκρασίας

Αυλακώνω

Περιγράφει μια επιφάνεια με κοιλότητες ή αυλακώσεις

Αυτο-συγχωνευόμενος

Που συνδυάζει ή ενώνει αυτόματα ετερογενή στοιχεία

Β Βινυλικός - Βουτανόνη

Βινυλικός

Που περιέχει βινύλιο

Βινυλο-αιθυλενικό οξύ

Ονομασία ενός θερμοπλαστικού πολυμερούς το οποίο παρουσιάζει τις ιδιότητες θερμοτηκόμενης κόλλας 

Βινύλιο

Ένωση η οποία χρησιμοποιείται -μετά από πολυμερισμό- για την παρασκευή πλαστικών υλικών

Βιοδιασπώμενος

Περιγράφει ένα βιομηχανικό προϊόν το οποίο αποσυντίθεται φυσικά και γρήγορα, και μετατρέπεται σε παράγοντα λίπανσης ή ανάπτυξης των φυτών

Βουτανόνη

C[e]4[/e]H[e]8[/e] Άχρωμο υγρό που χρησιμοποιείται ως βιομηχανικός διαλύτης

Γ Γέμισμα - Γυαλόχαρτο (σμυριδόχαρτο, χαρτί με κόκκους ανθρακοπυριτίου)

Γέμισμα

Η ενέργεια πλήρωσης μια ρωγμής ή οπής

Γαλάκτωμα

Συνεχής διάχυση ενός υγρού σε ένα άλλο με αποτέλεσμα την παραγωγή ενός ετερογενούς περιβάλλοντος

Γαρνιτούρα

Διακοσμητικές λεπτομέρειες


Γλυκερόλη

C[e]3[/e]H[e]8[/e]0[e]3[/e] Υποπροϊόν που παράγεται από την αντίδραση σαπωνοποίησης που πραγματοποιείται κατά την παρασκευή διαφόρων φαρμάκων, αλλά και στην παρασκευή σελοφάν

Γυαλόχαρτο (σμυριδόχαρτο, χαρτί με κόκκους ανθρακοπυριτίου)

Φύλλα καλυμμένα με λειαντικό υλικό, τα οποία είναι πολύ εύκαμπτα και ανθεκτικά και χρησιμοποιούνται για τη λείανση κάθε είδους μεταλλικής, ξύλινης, πλαστικής κτλ. επιφάνειας χειρωνακτικά ή με τη βοήθεια διαφόρων μηχανημάτων

Δ Δεξτρίνη - Δύο επιπέδων

Δεξτρίνη

Προϊόν που προκύπτει από τη διάσπαση του αμύλου μέσω θέρμανσης ή υδρόλυσης και χρησιμοποιείται για την παραγωγή συγκολλητικών ουσιών

Διαλυτικό

Προϊόν που περιέχει διαλύτη

Διαλύτης

Ουσία η οποία διαθέτει την ιδιότητα να διαλύεται σε άλλες ουσίες χωρίς να μεταβάλλει ή να μειώνει τις χημικές τους ιδιότητες

Διμεθακρυλικό

Ενωτικός παράγοντας πολυμερών με ελαστομερή

Διμεθακρυλικό πολυαιθάνιο

Διμερής κόλλα

Διογκωμένο βινύλιο σε εκτόνωση

Τύπος ταπετσαρίας από διογκωμένο βινύλιο

Διογκωμένο πολυαιθυλένιο

Πολυαιθυλένιο με αυξημένο όγκο

Δύο επιπέδων

Κατασκευασμένος ώστε να έχει δύο επίπεδα

Ε Ελαστομερές - Επτάνιο

Ελαστομερές

Ελαστικό πολυμερές το οποίο λαμβάνεται από το καουτσουκόδεντρο (δάσος του Αμαζονίου) και περιλαμβάνει καουτσούκ, λάτεξ, νεοπρένιο και σιλικόνη

Ελεύθερη ρίζα

Πολυμερισμός χημικών στοιχείων-ρίζες

Εξωθώ

Πιέζω ένα πλαστικό μέσω μιας μήτρας με σκοπό την υγροποίησή του

Εξώθηση

Η ενέργεια πίεσης ενός πλαστικού μέσω μιας μήτρας με σκοπό την υγροποίησή του

Επάλειψη

Αφορά την τοποθέτηση κόλλας ή πάστας σε κάποιο αντικείμενο. Κόλλα για το ξύλο, το χαρτί κτλ., πάστα για τις ταπετσαρίες, τις αφίσες κτλ. 

Επαλείφω με πάστα

Τοποθετώ πάστα σε ένα αντικείμενο, όπως π.χ. μια ταπετσαρία

Επιφανειοδραστική ουσία

Μόριο δύο τμημάτων, ένα εκ των οποίων αντιδρά στο νερό και το άλλο σε ελαιώδεις ουσίες. Αυτά το μόρια χρησιμοποιούνται κυρίως στα απορρυπαντικά.

Εποξείδιο

Κυκλικός αιθέρας που χρησιμοποιείται για την παρασκευή διαλυτών και πλαστικών

Εποξειδικός

Που περιέχει εποξείδιο

Εποξεική ρητίνη

Μακρομοριακή σύνθεση από κυκλικούς αιθέρες η οποία χρησιμοποιείται για την παρασκευή διαλυτών και πλαστικών

Επτάνιο

C[e]7[/e]H[e]16[/e] Υδρογονάνθρακας

Θ Θερμής συγκόλλησης - Θερμοϋγρομετρία

Θερμής συγκόλλησης

Περιγράφει μια τηκόμενη κόλλα φυσικής επαφής

Θερμοπλαστικό

Πολυμερές το οποίο έχει την ιδιότητα να υγροποιείται, να μαλακώνει σε υψηλές θερμοκρασίες και να γίνεται εύπλαστο

Θερμοτηκόμενος

Χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια ουσία η οποία προκαλεί συγκόλληση κατά τη θέρμανση

Θερμοϋγρομετρία

Μέτρηση της υγρασίας ενός χώρους σύμφωνα με τη θερμότητα και το ποσοστό της πραγματικής υγρασίας

Ι Ισοκυανικό - Ισοπέδωση

Ισοκυανικό

C=N=O Οργανική ένωση που χρησιμοποιείται για την παρασκευή χαρτιού, συγκολλητικών ουσιών, υφασμάτων και μονωτικών

Ισοπέδωση

Η ενέργεια ισοπέδωσης ενός τοίχου ή ανάγλυφου, δηλ. μιας ανυψωμένης επιφάνειας

Κ Καζεΐνη - Κυτταρινοειδές

Καζεΐνη

Πρωτεΐνη ή ίνα που λαμβάνεται από το γάλα και χρησιμοποιείται ως συνδετικό στοιχείο στις βαφές

Καθαρισμός μετάλλου

Μια διαδικασία που αποσκοπεί στην αφαίρεση των οξειδίων από την επιφάνεια ενός μετάλλου

Καθαριστικός παράγοντας

Προϊόν που απομακρύνει αποτελεσματικά τα οξείδια από την επιφάνεια ενός μετάλλου

Καμαγιέ

Τεχνοτροπία όπου χρησιμοποιείται το ίδιο χρώμα σε πολλούς διαφορετικούς τόνους

Καταλύω

Τροποποιώ την ταχύτητα μιας χημικής αντίδρασης χωρίς να αλλάξει το τελικό προϊόν της αντίδρασης

Κατιονικός

Επίθετο που αφορά την αντίδραση ενός ιόντος ή μιας ομάδας ιόντων σε κάθοδο, δηλαδή όταν το ηλεκτρικό φορτίο βρίσκεται σε ηλεκτρολύτη

Κολλητικό μέσο

Προσφέρει άμεση συγκόλληση. Ωστόσο, η συγκόλληση δεν είναι μόνιμη και απαιτείται κάποιος χρόνος στεγνώματος

πριν ασκήσετε πίεση στο κολλημένο αντικείμενο. Ο χρόνος στεγνώματος υποδεικνύεται στο προϊόν. . 

Κολλητικότητα

Ιδιότητα άμεσης υποστήριξης μιας κόλλας ή ενός μονωτικού. Το επιστρωμένο με κόλλα αντικείμενο κολλάει αμέσως στην επιφάνεια (ακόμη και σε κατακόρυφη θέση), αλλά δεν έχει όλες τις συγκολλητικές ικανότητες της κόλλας. Είναι σημαντικό να περιμένετε να στεγνώσει σύμφωνα με τις οδηγίες πριν ασκήσετε πίεση στο αντικείμενο

Κολλόδιο

Μείγμα αιθέρα και αλκοόλης

Κολλώ / ενώνω

Εφαρμόζω μια στρώση κόλλας και αφήνω να στεγνώσει ελαφρώς πριν την επικόλληση ενός αντικειμένου στην επιφάνειά της

Κονίαμα

Μείγμα άμμου, σκυροδέματος και νερού το οποίο εξυπηρετεί σκοπούς δόμησης και επίχρισης

Κρεπ

Ελαφρύ λεπτό υλικό με πτυχωτή επιφάνεια

Κυάνωση

Προϊόν που προκύπτει από τις κυανοακρυλικές ενώσεις

Κυανοακρυλική ένωση

Μια συγκολλητική ουσία η οποία προέρχεται από κυανοακρυλικό οξύ και επιτρέπει μια εξαιρετικά συμπαγή συγκόλληση

Κυτταρίνη

(C[e]6[/e]H[e]10[/e]0R)[e]n[/e] Ένωση υδατανθράκων που συναντάται στα τοιχώματα των φυτικών κυττάρων

Κυτταρινικός

Που περιλαμβάνει κυτταρίνη ή κάποια ένωση της οικογένειας των κυτταρινών

Κυτταρινοειδές

Το πρώτο πλαστικό που κατασκευάστηκε από νιτροκυτταρίνη και καμφορά

Λ Λαμιναρισμένος - Λοξοτομημένο άκρο

Λαμιναρισμένος

Υλικό κατασκευασμένο από πολλές ίδιες στρώσεις, κολλημένες μεταξύ τους με ρητίνη ή σιλικόνη

Λοξοτομημένο άκρο

Άκρο -π.χ. τραπεζιού, πλαισίου κτλ.- κομμένο υπό γωνία

Μ Μανόμετρο - Μυκητοκτόνο, αντιμυκητιακό

Μανόμετρο

Όργανο που μετρά την πίεση ενός υγρού

Με πλαστική επένδυση

Καλυμμένος με μια λεπτή στρώση πλαστικού

Μεθυλοκυτταρίνη

Υδατοδιαλυτή ένωση που συναντάται στις βαφές με βάση το νερό, τις κόλλες υφασμάτων και την παρασκευή χαρτονιού.

Μερκαπτάνη

Ονομάζεται και θειόνη. Οργανική ένωση που μοιάζει με αλκοόλη και η οποία έχει την ιδιαιτερότητα να αντιδρά με τα ιόντα υδραργύρου. Η μερκαπτάνη ξεχωρίζει για την έντονη και δυσάρεστη οσμή της.

Μη πλαστικοποιημένο πολυβινυλοχλωρίδιο

Μη πλαστικοποιημένο PVC το οποίο δεν διαβρώνεται

Μη υφασμένος

Ύφασμα από ίνες κυτταρίνης και πολυεστέρα το οποίο είναι ιδιαίτερα ανθεκτικό και εύκολο στη συντήρηση

Μοριοσανίδα

Μια στερεά συμπαγής μάζα διακριτών στοιχείων (π.χ. ξύλο)

Μυκητοκτόνο

Προϊόν που αποτρέπει την ανάπτυξη μυκήτων

Μυκητοκτόνο, αντιμυκητιακό

Όρος που χρησιμοποιείται για το χαρακτηρισμό ενός προϊόντος το οποίο προστατεύει το ξύλο από ξυλοφάγα μικρόφυτα και αποτρέπει την επανεμφάνισή τους

Ν Νεοπρένιο - Νιτροκυτταρίνη

Νεοπρένιο

Ονομάζεται και πολυχλωροπρένιο. Το νεοπρένιο είναι ένα είδος συνθετικού καουτσούκ

Νιτρικό κάλιο

Υπόλειμμα βακτηριακής ανάπτυξης με τη μορφή λευκών ινών σε τοιχώματα ή δάπεδα κτιρίων

Νιτροκυτταρίνη

Η νιτροκυτταρίνη σε μορφή τζελ ονομάζεται κολλόδιο

Ο Οξική ένωση - Ουρία-φορμαλδεΰδη

Οξική ένωση

 Άλας ή χημικός εστέρας τύπου CH[e]3[/e]COO-

Οξικό βινύλιο

CH3COO-CH=CH2 Περιέχεται στους διαλύτες με τη μορφή διαλύματος. Περιλαμβάνεται, επίσης, στη σύνθεση ορισμένων υφασμάτων και χαρτιών.

Οξικό πολυβινύλιο

Ονομάζεται και οξικός πολυβινυλεστέρας ή PVA. Η επονομαζόμενη «ασπρόκολλα» που χρησιμοποιείται στα πορώδη υλικά. Χρησιμοποιείται κατά κόρον για το δέσιμο βιβλίων

Οξικό πολυβινύλιο

CH[e]2[/e]-CH-O-COH[e]3[/e] Θερμοπλαστικό πολυμερές που χρησιμοποιείται για την επεξεργασία συγκολλητικών ουσιών, μεμβρανών, βερνικιών και βαφών.

Ουρία-φορμαλδεΰδη

Συνθετική κόλλα

Π Πάγκος διακόσμησης - Πυρίμαχος

Πάγκος διακόσμησης

Πάγκος εργασίας που χρησιμοποιείται για την προετοιμασία ταπετσαρίας

Πήχης

Επίμηκες κομμάτι ξύλου που χρησιμοποιείται ως στήριγμα στον τομέα των κατασκευών. Ονομάζεται και υποστήριγμα. 

Πίνακας / οδηγός

Επίμηκες κομμάτι ξύλου που χρησιμοποιείται ως στήριγμα στον τομέα των κατασκευών. Ονομάζεται και υποστήριγμα. 

Πλάτος, λωρίδα

Αφορά το πλάτος ή το μήκος μιας ταπετσαρίας που έχει κοπεί από ρολό. Κατ' επέκταση χρησιμοποιείται για τα κομμάτια υφάσματος που κόβονται από ρολό

Πλαστισόλη

Πάστα που προέρχεται από τη σκέδαση σκόνης πολυμερών σε έναν πλαστικοποιητή

Πλωτή εγκατάσταση

Η τοποθέτηση του παρκέ με σύνδεση των σανίδων, χωρίς στερέωσή τους στο έδαφος

Πλωτό παρκέ

Τεχνοτροπία επίστρωσης δαπέδου με ξύλινο παρκέ, όπου οι σανίδες δεν σταθεροποιούνται στο δάπεδο, αλλά απλώς συνδέονται μεταξύ τους

Πολλαπλή εισαγωγής / σωλήνας

Σωλήνας φτιαγμένος συνήθως από καουτσούκ ο οποίος χρησιμοποιείται στην αυτοκινητοβιομηχανία για τη μεταφορά αέρα ή βενζίνης από τα διάφορα σημεία του κινητήρα

Πολυένιο

Μαλακό, ανθεκτικό και εύφλεκτο πλαστικό

Πολυαιθυλένιο

Πλαστικό υλικό

Πολυακρυλικό

Ακρυλική ένωση που πολυμερίζεται κατά το στέγνωμα και παίρνει την όψη παχιάς πάστας σε ισχυρές κόλλες

Πολυαμίδιο

Πολυμερή που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή πλαστικών υλικών στη βιομηχανία υφασμάτων

Πολυβενζιμιδαζόλη

Γνωστή με τη συντομογραφία PBI. Πολύ ανθεκτική συνθετική ίνα.

Πιο συγκεκριμένα, χρησιμοποιείται για την κατασκευή σχοινιών και συνδέσμων με μεγάλη αντοχή στις υψηλές θερμοκρασίες

Πολυβινυλοχλωρίδιο

Ονομάζεται και πολυχλωριούχο βινύλιο. CH2=CHCl Πολυμερές που χρησιμοποιείται συνήθως σε εργασίες ένωσης και συγκόλλησης, καθώς και για τη δημιουργία διαφόρων τύπων πλαστικού, όπως π.χ. το πλαστικό αγωγών

Πολυβινυλοχλωρίδιο

CH[e]2[/e]=CHCl Συνδυασμός χλωριδίου και πολυβινυλίου που αποτελεί μέρος της σύνθεσης ενός εστέρα ή αιθέρα

Πολυβινύλιο

Ονομάζεται και πολυβινυλικό πολυμερές. Ένα από τα κύρια συστατικά της ασπρόκολλας

Πολυεστέρας

Πολυμερές που η δομή του μοιάζει με εστέρα

Πολυθένιο

(CH[e]2[/e]=CH[e]2[/e])[e]n[/e] Πλαστικό με βάση αδρανές πλαστικό, το οποίο είναι γνωστό με τη συντομογραφία PE και χρησιμοποιείται συνήθως στις πλαστικές σακούλες

Πολυκινοξαλίνη

Πολυμερές που χρησιμοποιείται σε διάφορα συγκολλητικά προϊόντα, καθώς και σε βερνίκια και αδρανείς μεμβράνες

Πολυμεθύλιο

Πολυμεθύλιο. Διάφανο θερμοπλαστικό

Πολυμερές

Μακρομόριο με επαναλαμβανόμενη δομή. Μεταξύ αυτών των πολυμερών περιλαμβάνονται το καουτσούκ,

 η κυτταρίνη, το πολυαμίδιο και το πολυαιθυλένιο

Πολυμερές MS

Μονωτικό πολυμερούς σιλικόνης

Πολυμερίζω

Η ενέργεια ένωσης περισσότερων ίδιων μορίων για το σχηματισμό ενός πολυμερούς

Πολυμερισμός

Ένωση περισσότερων ίδιων μορίων (περιέλιξη) για το σχηματισμό ενός πολυμερούς μακρομορίου

Πολυουρεθάνη

Ονομάζεται και PU. Πολυμερές ουρεθάνης που χρησιμοποιείται στις ξυλόκολλες λόγω τις ανθεκτικότητάς του στο νερό

Πολυπροπυλένιο

Ονομάζεται και PP (CH[e]2[/e]-CH-CH[e]3[/e])[e]n[/e]. Πολυμερές με δομή προπυλενίου το οποίο χρησιμοποιείται στην αυτοκινητοβιομηχανία για την παρασκευή πλαστικών εξαρτημάτων, όπως π.χ. προφυλακτήρων, καθώς και στη συσκευασία τροφίμων και σε διάφορους τύπους χαρτιού

Πολυπροπυλένιο

Ονομάζεται και PP. (CH2-CH-CH3) Πολυμερές με δομή προπυλενίου το οποίο χρησιμοποιείται στην αυτοκινητοβιομηχανία για την παρασκευή πλαστικών εξαρτημάτων, όπως π.χ. προφυλακτήρες, καθώς και στη συσκευασία τροφίμων και σε διάφορους τύπους χαρτιού

Πολυστυρένιο

Ονομάζεται και PS. Προκύπτει από τον πολυμερισμό του στυρενίου Χρησιμοποιείται κυρίως σε διογκωμένη μορφή, ως λευκός προστατευτικός αφρός. Χρησιμοποιείται, επίσης, στην κατασκευή άκαμπτου πλαστικού και τη συσκευασία τροφίμων

Πολυχλωροπρένιο

Συνήθως ονομάζεται νεοπρένιο. Συνθετικό ελαστομερές

Πολυόλη

C[e]n[/e]H[e]2n[/e]+2O[e]n[/e] Ονομάζεται και γλυκόλη ή πολυαλκοόλη. Χρησιμοποιείται στην παρασκευή αφρού

Προπολυμερές

Μείγμα μονομερών και πολυμερών με στόχο των πολυμερισμό

Πρώτο χέρι

Επίστρωση που αυξάνει την πρόσφυση ενός δαπέδου ή της βαφής

Πυρίμαχος

Επικαλυμμένος με ουσία ή οποία καίγεται με μεγάλη δυσκολία

Σ Σιζάλ - Σφιγκτήρας πλαισίου, μηχανή κόλλησης

Σιζάλ

Ινώδες ύφασμα που προέρχεται από ένα μεξικάνικο φυτό (αγαύη) και χρησιμοποιείται για την παρασκευή κορδονιών και διαφόρων υφασμάτων

Σιλικόνη

Ονομάζεται και πολυσιλοξάνιο. Πολυμερές που χρησιμοποιείται σε διάφορες μορφές στην παρασκευή πληθώρας προϊόντων. Μπορεί να είναι υγρή, ρευστή ή στερεή και χρησιμοποιείται σε κόλλες, μονωτικά και άλλες συγκολλητικές ουσίες

Σοβατεπί

Το χαμηλότερο τμήμα ενός τοίχου ή στύλου σε επαφή με το έδαφος. Πολλές φορές προστίθεται στη βάση ενός τοίχου.

Σουλφονικό

SO[e]2[/e]OH Συναντάται σε διάφορα άλατα και εστέρες

Σταλάζω

Η ενέργεια απελευθέρωσης ενός υγρού που ρέει κατά την επαφή με τοιχώματα

Σταυρωτή σύνδεση / δικτύωση

Τροποποίηση ενός πολυμερούς μέσω της σύνδεση μικρομορίων

Στρώση επιχρίσματος

Η ενέργεια σχηματισμού των υψωμάτων και κοιλωμάτων στο έδαφος

Στόμιο

Ένας στενός σωλήνας που επιτρέπει την έγχυση υγρού σε μια οπή ή πάνω σε μια επιφάνεια

Συμπολυμερές

Χημική ένωση μακρομορίων από διαφορετικά μονομερή

Συνεξωθημένος

Πλαστικό πολλαπλών στρώσεων που προκύπτει από εξώθηση

Σφιγκτήρας

Εργαλείο που χρησιμοποιείται στην ξυλουργική και την οικοδόμηση και επιτρέπει τη μηχανική επαφή δύο στοιχείων

Σφιγκτήρας πλαισίου, μηχανή κόλλησης

Σύστημα που επιτρέπει την ένωση πλαισίων

Τ Ταινία πολυαιθυλενίου - Τριχοειδής ιδιότητα

Ταινία πολυαιθυλενίου

Πλαστική αδιάβροχη μεμβράνη που χρησιμοποιείται για την κατασκευή φραγμάτων νερού και ατμών  

Τετραϋδροφουράνιο

Ονομάζεται και THF. Αιθέρας ο οποίος χρησιμοποιείται συνήθως ως διαλύτης

Τοποθέτηση

Η ενέργεια συγκόλλησης της ταπετσαρίας πιέζοντας από το κέντρο προς τα άκρα

Τοποθετώ

Κολλώ ασκώντας πίεση από το κέντρο προς τα άκρα

Τρέσα

Μια υφαντή ή πλεγμένη ταινία η οποία εξυπηρετεί διακοσμητικούς σκοπούς

Τριχλωροαιθυλένιο

C[e]2[/e]H[e]3[/e] Ονομάζεται και τριχλωρίδιο του αιθυλενίου. Πρόκειται για μια χημική ένωση η οποία χρησιμοποιείται συνήθως ως διαλύτης και η οποία έχει την ιδιότητα να μην είναι πολύ εύφλεκτη

Τριχοειδής ιδιότητα

Η δράση ενός υγρού (ανύψωση ή υποχώρηση) σε σχέση με τα στερεά, είτε κατόπιν επαφής είτε σε απλή εγγύτητα

Υ Υβριδικό πολυμερές - Υπόστρωμα

Υβριδικό πολυμερές

Πολυμερές του οποίου οι απολήξεις έχουν τροποποιηθεί τεχνητά με σκοπό την αύξηση της πρόσφυσης

Υδατικός

Ουσία/υλικό που περιέχει νερό

Υδατοδιαλυτό άμυλο

Απόθεμα ενδοκυτταρικού υδατάνθρακα διαλυτού στο νερό ή σε υδατικό περιβάλλον

Υδατοδιαλυτός

Που διαλύεται στο νερό ή σε υδαρές περιβάλλον

Υδατοστεγανωτικό

Που προσφέρει προστασία από υγρασία και νερό

Υδρογονάνθρακας

Στοιχείο που αποτελείται από άνθρακα και υδρογόνο, αλλά αναφέρεται επίσης στο πετρέλαιο και το φυσικό αέριο

Υδρομετρία

Επιστήμη μέτρησης των ιδιοτήτων του νερού

Υπερχείλιση

Η περιττή ποσότητα μιας ουσίας, π.χ. η περιττή ποσότητα κόλλας

Υποστύλωση

Περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο ένα μέρος μιας κατασκευής υποστηρίζεται με ξύλινες ή μεταλλικές δοκούς

Υπόστρωμα

Στοιχείο το οποίο υπόκειται σε αλλαγές που εξετάζονται μετά από μια χημική αντίδραση

Φ Φαινολική ρητίνη - Φωτοσκληρυνόμενος

Φαινολική ρητίνη

Ανθεκτική στις διακυμάνσεις θερμοκρασίας ρητίνη, η οποία χρησιμοποιείται κυρίως στον κατασκευαστικό τομέα και τη βιομηχανία μεταφορών

Φαινολικό νιτρίλιο

Κόλλα φυσικής επαφής. Η συγκόλληση πραγματοποιείται μέσω της εξάτμισης του διαλύτη

Φαινόλη-φορμαλδεΰδη

Πολυμερές που χρησιμοποιείται στην παρασκευή κόλλας και συγκολλητικών υλικών

Φωτοσκληρυνόμενος

Αλυσίδες πολυμερών που ενώνονται όταν έρχονται σε επαφή με φως και οι οποίες σχηματίζουν δίκτυο

Χ Χλωριωμένο πολυβινυλοχλωρίδιο - Χρόνος επικόλλησης

Χλωριωμένο πολυβινυλοχλωρίδιο

Πολύ ανθεκτικό PVC το οποίο δεν διαβρώνεται

Χρόνος επικόλλησης

Εφαρμογή και χρόνος στεγνώματος πριν την επικόλληση πάνω σε μια στρώση κόλλας